
αστέρας(星、恒星、スター・アステラス)
[BelowTitle コンポーネント]
αστέρας(アステラス)は「星、恒星、スター」という意味の男性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
αστέρας(アステラス)- 語源・由来
印欧祖語 *h₂stḗr「星」に由来。古代ギリシャ語 ἀστήρ(対格 ἀστέρα)を経て、中世ギリシャ語 αστέρας から現代に継承されました。
- 印欧祖語 *h₂stḗr「星」
- 古代ギリシャ語 ἀστήρ
- 中世ギリシャ語 αστέρας
- 現代ギリシャ語 αστέρας
- ラテン語 stella
- *stēr-lā から変化
- 英語 stellar「星の」
- ゲルマン祖語 *sternō
- 英語 star
- 現代ギリシャ語の「スター」の意味に影響
- 英語 star
- 古代ギリシャ語 ἀστήρ
比喩的意味(スター)は、英語 star の意味を取り入れて発達しました。
関連語
現代ギリシャ語には「星」を表す語が複数あります:
- αστέρας(男性名詞)— やや格式的、天文学的文脈
- αστέρι(中性名詞)— 口語的、日常語
- άστρο(中性名詞)— 運命の星、幾何学の星型(例:το άστρο του Δαβίδ「ダビデの星」)
ギリシャ語由来の英単語
古代ギリシャ語 ἀστήρ / ἄστρον から派生した英単語:
- asteroid(小惑星)
- ἀστεροειδής「星のような」から
- astronomy(天文学)
- ἀστρονομία「星の法則」から
- astronaut(宇宙飛行士)
- ἄστρον + ναύτης「星の船乗り」から
- astrology(占星術)
- ἀστρολογία「星の学問」から
- disaster(災害)
- ラテン語 disastrum
- dis- + astrum「悪い星の下で」
- ラテン語 disastrum
αστέρας(アステラス)- 男性名詞
主な意味
- 星、恒星
- (比喩)スター
読み方
アステラス
ラテン文字(ローマ字)表記
asteras
英語訳
- star
- star (celebrity)
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | αστέρας | αστέρες |
| 属格 | αστέρα | αστέρων |
| 対格 | αστέρα | αστέρες |
| 呼格 | αστέρα | αστέρες |
αστέρας(アステラス)- 用例
星・恒星(天文学)
- Πολικός αστέρας.
- 北極星
- Pole Star
- Αστέρες πρώτου μεγέθους.
- 一等星
- First magnitude stars
- Διάττοντας αστέρας.
- 流れ星
- Shooting star
- Αστέρες γίγαντες.
- 巨星
- Giant stars
評価のシンボル
- Ξενοδοχείο πέντε αστέρων.
- 五つ星ホテル
- Five-star hotel
スター(有名人)
- Κινηματογραφικός αστέρας.
- 映画スター
- Movie star
- Αστέρας του Χόλιγουντ.
- ハリウッドスター
- Hollywood star
αστέρας ο [astéras] Ο2 : 1.(αστρον.) κάθε αυτόφωτο ουράνιο σώμα που απαρτίζει το σύμπαν: Kίνηση / ύψος / τροχιά / μάζα / προσδιορισμός της θέσεως ενός αστέρα. Aστέρες γίγαντες / νάνοι. ~ πρώτου / δεύτερου / τρίτου μεγέθους. Πολικός ~. Διάττοντας* ~ και ως έκφραση. || (επέκτ.) για κάθε ουράνιο σώμα που λάμπει στον ουρανό κατά τη διάρκεια της νύχτας: Οι αστέρες διακρίνονται σε απλανείς και πλανήτες. 2. (μτφ.) α. η τυποποιημένη ακτινοειδής γραφική παράσταση ως αξιολογικό σύμβολο ποιότητας: Kονιάκ τριών / πέντε / επτά αστέρων. Ξενοδοχείο δύο / τριών κτλ. αστέρων, χαρακτηρισμός για ξενοδοχεία. β. για διάσημο ηθοποιό του κινηματογράφου: Kινηματογραφικός ~. ~ του Xόλιγουντ, ο σταρ. || ~ πρώτου μεγέθους. [1: μσν. αστέρας < αρχ. ἀστήρ, αιτ. -έρα· 2: λόγ. σημδ. αγγλ. star]
Declension of αστέρας singular plural nominative αστέρας astéras αστέρες astéres genitive αστέρα astéra αστέρων astéron accusative αστέρα astéra αστέρες astéres vocative αστέρα astéra αστέρες astéres
[BelowArticle コンポーネント]