
ευτυχία(幸福、満足、幸運・エフティヒーア、エフティヒア)
[BelowTitle コンポーネント]
ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)は「幸福、満足、幸運」という意味の女性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)- 語源・由来
古代ギリシャ語の εὐτυχία がそのまま継承されました。εὐ(良い)+ τύχη(運)の合成語です。
2番目の「幸運」の意味は、フランス語 bonheur の意味的影響を受けています。
対義語は δυστυχία(不幸)、ατυχία(不運)です。
ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)- 女性名詞
主な意味
- 幸福、満足
- 幸運
読み方
エフティヒーア、エフティヒア
ラテン文字(ローマ字)表記
eftychia
英語訳
- happiness, contentment
- good luck, fortune
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | ευτυχία | ευτυχίες |
| 属格 | ευτυχίας | ευτυχιών |
| 対格 | ευτυχία | ευτυχίες |
| 呼格 | ευτυχία | ευτυχίες |
ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)- 用例
幸福、満足
- Έζησε μια ζωή γεμάτη ευτυχία.
- 幸福に満ちた人生を送った。
- Lived a life full of happiness.
- Σου εύχομαι κάθε ευτυχία.
- あなたのあらゆる幸福を祈ります。
- I wish you every happiness.
- Λάμπει από ευτυχία.
- 幸福で輝いている。
- Shining with happiness.
- Το κυνήγι της ευτυχίας
- 幸福の追求
- the pursuit of happiness
- Τα παιδιά είναι η ευτυχία του σπιτιού μας.
- 子供たちは私たちの家の幸福だ。
- The children are the happiness of our home.
- Το χρήμα δε φέρνει την ευτυχία.
- 金は幸福をもたらさない(ことわざ)
- Money doesn’t bring happiness.
幸運
- Είχε την ευτυχία να μεγαλώσει σε ένα καλλιεργημένο περιβάλλον.
- 教養のある環境で育つ幸運に恵まれた。
- Had the good fortune to grow up in a cultured environment.
- Είχα την ευτυχία να γνωρίσω αξιόλογους ανθρώπους.
- 素晴らしい人々に出会う幸運があった。
- I had the good fortune to meet remarkable people.
ευτυχία η [eftixía] Ο25 : 1.κατάσταση βαθιάς και διαρκούς ικανοποίησης, που δημιουργείται από την εκπλήρωση των ψυχικών και υλικών αναγκών και επιθυμιών. ANT δυστυχία: Έζησε μια ζωή γεμάτη ~. Σου εύχομαι κάθε ~. Λάμπει από ~. Tίποτε δε σκιάζει την ~ τους. Mου κατέστρεψε την ~. Στάθηκε εμπόδιο στην ~ μου. Tο κυνήγι της ευτυχίας. Φυλαχτό που φέρνει ~. (επιφ. έκφρ.) τι ~ (τι χαρά)! || για κπ. ή για κτ. που γίνεται πρόξενος ευτυχίας: Tα παιδιά είναι ~ / είναι η ~ του σπιτιού μας. H μεγαλύτερη ~ για τον άνθρωπο είναι να προσφέρει στους άλλους τη χαρά. (γνωμ.) το χρήμα δε φέρνει την ~. 2. καλή τύχη, ευτυχής συγκυρία, κυρίως στην έκφραση έχω την ~ να ANT έχω την ατυχία να : Είχε την ~ να μεγαλώσει σε ένα καλλιεργημένο περιβάλλον. Είχα την ~ να γνωρίσω αξιόλογους ανθρώπους. || (σε τυποποιημένη έκφραση ευγένειας): Θα έχουμε την ~ να δειπνήσουμε μαζί; [λόγ.: 1: αρχ. εὐτυχία· 2: σημδ. γαλλ. bonheur]
[BelowArticle コンポーネント]