🕊️

ευτυχία(幸福、満足、幸運・エフティヒーア、エフティヒア)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)は「幸福、満足、幸運」という意味の女性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)- 語源・由来

古代ギリシャ語の εὐτυχία がそのまま継承されました。εὐ(良い)+ τύχη(運)の合成語です。

2番目の「幸運」の意味は、フランス語 bonheur の意味的影響を受けています。

対義語は δυστυχία(不幸)、ατυχία(不運)です。

ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)- 女性名詞

主な意味

  • 幸福、満足
  • 幸運

読み方

エフティヒーア、エフティヒア

ラテン文字(ローマ字)表記

eftychia

英語訳

  • happiness, contentment
  • good luck, fortune

語形変化

単数複数
主格ευτυχίαευτυχίες
属格ευτυχίαςευτυχιών
対格ευτυχίαευτυχίες
呼格ευτυχίαευτυχίες

ευτυχία(エフティヒーア、エフティヒア)- 用例

幸福、満足

  • Έζησε μια ζωή γεμάτη ευτυχία.
  • 幸福に満ちた人生を送った。
  • Lived a life full of happiness.
  • Σου εύχομαι κάθε ευτυχία.
  • あなたのあらゆる幸福を祈ります。
  • I wish you every happiness.
  • Λάμπει από ευτυχία.
  • 幸福で輝いている。
  • Shining with happiness.
  • Το κυνήγι της ευτυχίας
  • 幸福の追求
  • the pursuit of happiness
  • Τα παιδιά είναι η ευτυχία του σπιτιού μας.
  • 子供たちは私たちの家の幸福だ。
  • The children are the happiness of our home.
  • Το χρήμα δε φέρνει την ευτυχία.
  • 金は幸福をもたらさない(ことわざ)
  • Money doesn’t bring happiness.

幸運

  • Είχε την ευτυχία να μεγαλώσει σε ένα καλλιεργημένο περιβάλλον.
  • 教養のある環境で育つ幸運に恵まれた。
  • Had the good fortune to grow up in a cultured environment.
  • Είχα την ευτυχία να γνωρίσω αξιόλογους ανθρώπους.
  • 素晴らしい人々に出会う幸運があった。
  • I had the good fortune to meet remarkable people.

ευτυχία η [eftixía] Ο25 : 1.κατάσταση βαθιάς και διαρκούς ικανοποίησης, που δημιουργείται από την εκπλήρωση των ψυχικών και υλικών αναγκών και επιθυμιών. ANT δυστυχία: Έζησε μια ζωή γεμάτη ~. Σου εύχομαι κάθε ~. Λάμπει από ~. Tίποτε δε σκιάζει την ~ τους. Mου κατέστρεψε την ~. Στάθηκε εμπόδιο στην ~ μου. Tο κυνήγι της ευτυχίας. Φυλαχτό που φέρνει ~. (επιφ. έκφρ.) τι ~ (τι χαρά)! || για κπ. ή για κτ. που γίνεται πρόξενος ευτυχίας: Tα παιδιά είναι ~ / είναι η ~ του σπιτιού μας. H μεγαλύτερη ~ για τον άνθρωπο είναι να προσφέρει στους άλλους τη χαρά. (γνωμ.) το χρήμα δε φέρνει την ~. 2. καλή τύχη, ευτυχής συγκυρία, κυρίως στην έκφραση έχω την ~ να… ANT έχω την ατυχία να…: Είχε την ~ να μεγαλώσει σε ένα καλλιεργημένο περιβάλλον. Είχα την ~ να γνωρίσω αξιόλογους ανθρώπους. || (σε τυποποιημένη έκφραση ευγένειας): Θα έχουμε την ~ να δειπνήσουμε μαζί; [λόγ.: 1: αρχ. εὐτυχία· 2: σημδ. γαλλ. bonheur]

[BelowArticle コンポーネント]