🙏

ελπίδα(希望、期待・エルピーダ、エルピダ)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

ελπίδα(エルピーダ、エルピダ)は「希望、期待」という意味の女性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

ελπίδα(エルピーダ、エルピダ)- 語源・由来

古代ギリシャ語 ἐλπίς(希望、対格 ἐλπίδα)に由来。中世ギリシャ語で対格形が主格としても使われるようになりました。

  1. 古代ギリシャ語 ἐλπίς「希望」(対格 ἐλπίδα)
  2. 中世ギリシャ語 ελπίδα(対格形が主格化)
  3. 現代ギリシャ語 ελπίδα

神話・文化

ギリシャ神話で、パンドラが箱(壺)を開けたとき、あらゆる災いが飛び出しましたが、最後に残ったのが Ελπίς(希望)。

ελπίδα(エルピーダ、エルピダ)- 女性名詞

主な意味

  • 希望、期待

読み方

エルピーダ、エルピダ

ラテン文字(ローマ字)表記

elpida

英語訳

  • hope

語形変化

単数複数
主格ελπίδαελπίδες
属格ελπίδαςελπίδων
対格ελπίδαελπίδες
呼格ελπίδαελπίδες

ελπίδα(エルピーダ、エルピダ)- 用例

希望・期待

  • Έχω την ελπίδα ότι θα επιτύχουμε.
  • 成功するという希望を持っている。
  • I have hope that we will succeed.
  • Καμιά ελπίδα σωτηρίας δεν υπάρχει.
  • 救いの希望はない。
  • There is no hope of salvation.
  • Διαψεύδεται η ελπίδα.
  • 期待が裏切られる。
  • The hope/expectation is disappointed.
  • Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.
  • 希望は常に最後に死ぬ。
  • Hope dies last.
  • Φρούδες ελπίδες.
  • 空しい期待。
  • Vain hopes.

希望の対象

  • Εσύ είσαι η ελπίδα της ζωής μου.
  • あなたは私の人生の希望だ。
  • You are the hope of my life.

スポーツ

  • Εθνική ομάδα ελπίδων.
  • ユース代表(若手選手で構成される代表チーム)。
  • National youth team.

ελπίδα η [elpiδa] Ο26 : α.η σχετική ή απόλυτη βεβαιότητα ότι θα συμβεί κτ. καλό (επιθυμητό, ευχάριστο, ωφέλιμο κτλ.): Έχω την ~ ότι θα επιτύχουμε, ελπίζω. Kαμιά ~ σωτηρίας δεν έχουν / δεν υπάρχει. Γλυκιά / τελευταία / μάταιη ~. Aναθερμαίνω / ανανεώνω την ~. Διαψεύδεται η ~. Aναπτερώνονται οι ελπίδες μου. H ~ πεθαίνει πάντα τελευταία, για να δηλώσουμε ότι ο άνθρωπος ελπίζει πάντα ως την τελευταία στιγμή. || ό,τι ελπίζει, προσδοκά κάποιος: Φρούδες ελπίδες, μάταιες, ανώφελες. Mας μίλησε για τις ελπίδες και τα όνειρά του. (έκφρ.) παρ΄ ~, απροσδόκητα. πάμε στο άγνωστο με βάρκα* την ~. β. το πρόσωπο ή το πράγμα από το οποίο ελπίζει κάποιος κτ.: Εσύ είσαι η ~ της ζωής μου. Tελευταία του ~ ήταν η κληρονομιά του θείου του / το λαχείο. || (αθλ.): Εθνική (ομάδα) ελπίδων, στα ομαδικά αθλήματα, η εθνική ομάδα μιας χώρας που αποτελείται από νεαρούς αθλητές ορισμένης ηλικίας. [μσν. ελπίδα < αρχ. ἐλπίς, αιτ. -ίδα]

πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η ελπίδα οι ελπίδες γενική της ελπίδας των ελπίδων αιτιατική την ελπίδα τις ελπίδες κλητική ελπίδα ελπίδες

[BelowArticle コンポーネント]