
φεγγάρι(月、衛星、月光、月明かり、ひと月、期間・フェンガーリ、フェンガリ)
[BelowTitle コンポーネント]
φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)は「月、衛星、月光、月明かり、ひと月、期間」という意味の中性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)- 語源・由来
中世ギリシャ語の φεγγάρι に由来します。古代ギリシャ語 φέγγος(光、月光)の指小語形 φεγγάριον から発達しました。
- 古代ギリシャ語 φέγγος「光、月光」
- φεγγάριον(指小語形 -άριον)
- 中世ギリシャ語 φεγγάρι
- 現代ギリシャ語 φεγγάρι
指小語
φεγγαράκι(フェンガラーキ)は小さな月、お月様を意味します。愛称的に使われます。
σελήνη との違い
σελήνη は古代ギリシャ語で「月」を意味し、月の女神セレーネー(Σελήνη)の名でもあります。現代では正式・学術的な用語として使われます(例:σεληνόφως 月光)。日常会話では φεγγάρι を使います。
φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)- 中性名詞
主な意味
- 月
- (口語・拡張)衛星
- 月光、月明かり
- (口語)ひと月、期間
読み方
フェンガーリ、フェンガリ
ラテン文字(ローマ字)表記
fengari
英語訳
- moon
- satellite, moon (of other planets)
- moonlight
- month, a period of time
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | φεγγάρι | φεγγάρια |
| 属格 | φεγγαριού | φεγγαριών |
| 対格 | φεγγάρι | φεγγάρια |
| 呼格 | φεγγάρι | φεγγάρια |
φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)- 用例
月(天体)
- Ολόγιομο φεγγάρι.
- 満月。
- Full moon.
- Το φεγγάρι είναι στη γέμιση / στη χάση του.
- 月は満ちている / 欠けている。
- The moon is waxing / waning.
- Το πρόσωπό της είναι στρόγγυλο σαν το φεγγάρι.
- 彼女の顔は月のように丸い。
- Her face is round like the moon.
- Ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι.
- 人類は月面を歩いた。
- Man walked on the moon.
- Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια.
- 火星には2つの衛星がある。
- Mars has two moons.
月光、月明かり
- Πάμε μια βόλτα με το φεγγάρι;
- 月明かりの中を散歩しようか?
- Shall we take a walk in the moonlight?
- Νύχτα σκοτεινή, χωρίς φεγγάρι.
- 月のない暗い夜。
- A dark night, without moonlight.
ひと月、期間(口語)
- Έχω κάτι φεγγάρια να τον δω.
- 彼に会ってから何ヶ月も経つ。
- It’s been months since I saw him.
慣用句
- Είναι με τα φεγγάρια του.
- 彼は気まぐれだ。
- He’s moody / unpredictable.
φεγγάρι το [feŋgári & fegári] Ο44 : 1. η σελήνη: Λαμπρό / γεμάτο / στρόγγυλο / λειψό / μισό / νέο ~. Ολόγιομο ~, η πανσέληνος. Φάνηκε / βγήκε / λάμπει / χάθηκε το ~. Tο ~ είναι στη γέμιση / στη χάση του. Tο πρόσωπό της είναι στρόγγυλο σαν (το) ~. Tο ασημένιο φως του φεγγαριού. Είναι πλατιά διαδομένη η λαϊκή πίστη στις μαγικές ιδιότητες του φεγγαριού. || Ο άνθρωπος έφτασε / πάτησε στο ~, στη Σελήνη. || (επέκτ., προφ.) για δορυφόρους άλλων πλανητών: Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια. 2. το φως του φεγγαριού, το σεληνόφως: Πάμε μια βόλτα με το ~; Nύχτα σκοτεινή, χωρίς ~. Tο ~ έκανε τη νύχτα μέρα. 3. (προφ.) για χρονικό διάστημα (ακαθόρι στα μεγάλο ή μικρό): Ένα ~ έκανα και το σερβιτόρο. Έχω κάτι φεγγάρια να τον δω, πολύ καιρό. ΦΡ είναι με τα φεγγάρια του ή έχει τα φεγγάρια του, για κπ. που παρουσιάζει αιφνίδιες, έντονες αλλαγές στη συμπεριφο ρά του (ιδιοτροπίες, παραξενιές κτλ.). φεγγαράκι το YΠΟKΟΡ. [μσν. φεγγάρι < φεγγάριον υποκορ. του αρχ. φέγγ(ος) `φεγγαρόφωτο΄ -άριον]
↓ πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική το φεγγάρι τα φεγγάρια
γενική του φεγγαριού των φεγγαριών
αιτιατική το φεγγάρι τα φεγγάρια
κλητική φεγγάρι φεγγάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
[BelowArticle コンポーネント]