🌛

φεγγάρι(月、衛星、月光、月明かり、ひと月、期間・フェンガーリ、フェンガリ)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)は「月、衛星、月光、月明かり、ひと月、期間」という意味の中性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)- 語源・由来

中世ギリシャ語の φεγγάρι に由来します。古代ギリシャ語 φέγγος(光、月光)の指小語形 φεγγάριον から発達しました。

  1. 古代ギリシャ語 φέγγος「光、月光」
  2. φεγγάριον(指小語形 -άριον)
  3. 中世ギリシャ語 φεγγάρι
  4. 現代ギリシャ語 φεγγάρι

指小語

φεγγαράκι(フェンガラーキ)は小さな月、お月様を意味します。愛称的に使われます。

σελήνη との違い

σελήνη は古代ギリシャ語で「月」を意味し、月の女神セレーネー(Σελήνη)の名でもあります。現代では正式・学術的な用語として使われます(例:σεληνόφως 月光)。日常会話では φεγγάρι を使います。

φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)- 中性名詞

主な意味

  • (口語・拡張)衛星
  • 月光、月明かり
  • (口語)ひと月、期間

読み方

フェンガーリ、フェンガリ

ラテン文字(ローマ字)表記

fengari

英語訳

  • moon
  • satellite, moon (of other planets)
  • moonlight
  • month, a period of time

語形変化

単数複数
主格φεγγάριφεγγάρια
属格φεγγαριούφεγγαριών
対格φεγγάριφεγγάρια
呼格φεγγάριφεγγάρια

φεγγάρι(フェンガーリ、フェンガリ)- 用例

月(天体)

  • Ολόγιομο φεγγάρι.
  • 満月。
  • Full moon.
  • Το φεγγάρι είναι στη γέμιση / στη χάση του.
  • 月は満ちている / 欠けている。
  • The moon is waxing / waning.
  • Το πρόσωπό της είναι στρόγγυλο σαν το φεγγάρι.
  • 彼女の顔は月のように丸い。
  • Her face is round like the moon.
  • Ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι.
  • 人類は月面を歩いた。
  • Man walked on the moon.
  • Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια.
  • 火星には2つの衛星がある。
  • Mars has two moons.

月光、月明かり

  • Πάμε μια βόλτα με το φεγγάρι;
  • 月明かりの中を散歩しようか?
  • Shall we take a walk in the moonlight?
  • Νύχτα σκοτεινή, χωρίς φεγγάρι.
  • 月のない暗い夜。
  • A dark night, without moonlight.

ひと月、期間(口語)

  • Έχω κάτι φεγγάρια να τον δω.
  • 彼に会ってから何ヶ月も経つ。
  • It’s been months since I saw him.

慣用句

  • Είναι με τα φεγγάρια του.
  • 彼は気まぐれだ。
  • He’s moody / unpredictable.

φεγγάρι το [feŋgári & fegári] Ο44 : 1. η σελήνη: Λαμπρό / γεμάτο / στρόγγυλο / λειψό / μισό / νέο ~. Ολόγιομο ~, η πανσέληνος. Φάνηκε / βγήκε / λάμπει / χάθηκε το ~. Tο ~ είναι στη γέμιση / στη χάση του. Tο πρόσωπό της είναι στρόγγυλο σαν (το) ~. Tο ασημένιο φως του φεγγαριού. Είναι πλατιά διαδομένη η λαϊκή πίστη στις μαγικές ιδιότητες του φεγγαριού. || Ο άνθρωπος έφτασε / πάτησε στο ~, στη Σελήνη. || (επέκτ., προφ.) για δορυφόρους άλλων πλανητών: Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια. 2. το φως του φεγγαριού, το σεληνόφως: Πάμε μια βόλτα με το ~; Nύχτα σκοτεινή, χωρίς ~. Tο ~ έκανε τη νύχτα μέρα. 3. (προφ.) για χρονικό διάστημα (ακαθόρι στα μεγάλο ή μικρό): Ένα ~ έκανα και το σερβιτόρο. Έχω κάτι φεγγάρια να τον δω, πολύ καιρό. ΦΡ είναι με τα φεγγάρια του ή έχει τα φεγγάρια του, για κπ. που παρουσιάζει αιφνίδιες, έντονες αλλαγές στη συμπεριφο ρά του (ιδιοτροπίες, παραξενιές κτλ.). φεγγαράκι το YΠΟKΟΡ. [μσν. φεγγάρι < φεγγάριον υποκορ. του αρχ. φέγγ(ος) `φεγγαρόφωτο΄ -άριον]

↓ πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική το φεγγάρι τα φεγγάρια γενική του φεγγαριού των φεγγαριών αιτιατική το φεγγάρι τα φεγγάρια κλητική φεγγάρι φεγγάρια Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.

[BelowArticle コンポーネント]