🔥

φωτιά(火、炎、火事、火災、情熱、熱狂・フォティア、フォティアー)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

φωτιά(フォティア、フォティアー)は「火、炎、火事、火災、情熱、熱狂」という意味の女性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

φωτιά(フォティア、フォティアー)- 語源・由来

中世ギリシャ語 φωτία「輝き」に由来します。古代ギリシャ語 φῶς「光」(属格 φωτός)の語幹 φωτ- に接尾辞 -ία が付いたものです。

中世ギリシャ語で、母音連続(χασμωδία)を避けるため連声(συνίζηση)が起こり、-ία が -ιά に変化しました。

  1. 古代ギリシャ語 φῶς(属格 φωτός)「光」
  2. 語幹 φωτ- + 接尾辞 -ία → φωτία「輝き」
  3. 中世ギリシャ語で連声 -ία → -ιά
  4. 現代ギリシャ語 φωτιά

φωτιά と πυρ

現代ギリシャ語で「火」を表す語は、古代ギリシャ語の2つの語に由来します:

由来用途
φωτιάφῶς「光」日常語。単独で使う
πυρπῦρ「火」格式的・軍事的・固定表現
πυρ-πῦρ「火」複合語の接頭辞

語根 φωτ- / photo-

古代ギリシャ語 φῶς「光」から派生した英単語です:

  • photograph(写真)← φῶς + γράφω「光で描く」
  • photon(光子)
  • photosynthesis(光合成)

φωτιά(フォティア、フォティアー)- 女性名詞

主な意味

  • 火、炎
  • 火事、火災
  • (比喩)情熱、熱狂

読み方

フォティア、フォティアー

ラテン文字(ローマ字)表記

fotia

英語訳

  • fire, flame
  • fire (conflagration)
  • passion, fervor

語形変化

単数複数
主格φωτιάφωτιές
属格φωτιάςφωτιών
対格φωτιάφωτιές
呼格φωτιάφωτιές

φωτιά(フォティア、フォティアー)- 用例

火、炎(基本義)

  • H επινόηση της φωτιάς ήταν σημαντικό βήμα για τον πολιτισμό.
  • 火の発見は文明にとって重要な一歩だった
  • The invention of fire was an important step for civilization.
  • Πύρινες γλώσσες φωτιάς.
  • 燃え盛る炎の舌
  • Fiery tongues of flame.

制御された燃焼(料理など)

  • Ψήνω το φαΐ σε χαμηλή φωτιά.
  • 弱火で料理を焼く
  • I cook the food on low heat.
  • Ρίξε ξύλα στη φωτιά για να μη σβήσει.
  • 火が消えないように薪をくべて
  • Throw wood on the fire so it doesn’t go out.

慣用句

  • Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.
  • 火のないところに煙は立たない
  • There’s no smoke without fire.
  • Βγάζω τα κάστανα απ’ τη φωτιά.
  • 火中の栗を拾う(他人のために危険を冒す)
  • To pull the chestnuts out of the fire.
  • Ρίχνω λάδι στη φωτιά.
  • 火に油を注ぐ
  • To pour oil on the fire.
  • Παίζω με τη φωτιά.
  • 火遊びをする(危険を冒す)
  • To play with fire.
  • Βάζω το χέρι στη φωτιά.
  • 火に手を入れる(絶対に確信がある)
  • To put one’s hand in the fire (to be absolutely certain).
  • Πέφτω στη φωτιά για κάποιον.
  • 誰かのために火に飛び込む(絶対的な愛・信頼・献身)
  • To fall into the fire for someone.
  • Φωτιά στα μπατζάκια μου!
  • ズボンの裾に火だ!(緊急事態、大変なことになった)
  • Fire on my trouser legs! (urgent trouble)
  • Παίρνω εύκολα φωτιά.
  • すぐ火がつく(a. 燃えやすい b. 頭の回転が速い c. 怒りっぽい)
  • To catch fire easily (a. flammable b. quick-witted c. quick-tempered).

ライター、マッチ

  • Μήπως έχεις φωτιά;
  • 火ある?(タバコに火をつけるため)
  • Do you have a light?

火災、火事

  • Το σπίτι έπιασε φωτιά.
  • 家が火事になった
  • The house caught fire.
  • Οι πυροσβέστες έσβησαν τη φωτιά.
  • 消防士たちが火を消した
  • The firefighters put out the fire.

(比喩)輝き

  • Τα μάτια του πετούσαν φωτιές.
  • 彼の目は火花を散らしていた
  • His eyes were shooting fire.

情熱、熱狂

  • Η φωτιά της νιότης.
  • 青春の炎
  • The fire of youth.
  • Στη φωτιά της επανάστασης.
  • 革命の炎の中で
  • In the fire of the revolution.
  • Ανάβω φωτιά.
  • 火をつける(情熱を掻き立てる、問題を起こす)
  • To light a fire (to stir passions, to cause trouble).

φωτιά η [fotxá] Ο24 : 1. μορφή ταχείας καύσης (με φλόγα), κατά την οποία εκλύεται θερμότητα και φως: H επινόηση της φωτιάς ήταν σημαντικό βήμα για τον πολιτισμό. ~, νερό, αέρας και γη, τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Οι πρωτόγονοι λάτρευαν τη ~. || λάμψη, φως: Είδαν τη ~ από μακριά και πλησίασαν. || φλόγα: Πύρινες γλώσσες φωτιάς. 2. ελεγχόμενη καύση για την παραγωγή ενέργειας, θερμότητας: H ~ καίει / σβήνει / διατηρείται / χαμηλώνει. Ρίξε ξύλα στη ~ για να μη σβήσει. Ψήνω το φαΐ σε χαμηλή / σε δυνατή ~. Kόκκινο* της φωτιάς. ΦΡ δεν υπάρχει καπνός* χωρίς ~. παίζω με τη ~, αψηφώ, υποτιμώ ένα σοβαρό κίνδυνο, διακινδυνεύω. βγάζω τα κάστανα* απ΄ τη ~. βάζω το χέρι στη ~, είμαι πολύ σίγουρος για κτ.· παίρνω (με το πρώτο / εύκολα / αμέσως) ~: α. είμαι εύφλεκτος. β. είμαι πολύ έξυπνος, εύστροφος. γ. θυμώνω εύκολα. || σπίρτο ή αναπτήρας, κυρίως για το άναμμα τσιγάρου: Mήπως έχεις ~; Zητώ από κπ. ~. 3. καταστροφική φωτιά, πυρκαγιά: Tο σπίτι έπιασε / πήρε / άρπαξε ~. Kίνδυνος / πρόκληση / έκρηξη φωτιάς. H ~ έκαψε το δάσος. H ~ προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα. Οι πυροσβέστες έσβησαν / ελέγχουν / περιόρισαν τη ~. || ~!, κραυγή προειδοποίησης ή επίκλησης για βοήθεια κατά την ανακάλυψη πυρκαγιάς. (έκφρ.) παρανάλωμα* της φωτιάς. ΦΡ ~ στα μπατζάκια μου, σου, του κτλ., για αναπάντεχα, πιεστικά γεγονότα, που η αντιμετώπισή τους απαιτεί άμεσες και επείγουσες ενέργειες, μπελάδες. πήρε ο κώλος του ~, για κπ. που έχει να αντιμετωπίσει βιαστικές, πιεστικές υποθέσεις. βγάζει ~ απ΄ τον κώλο του, για άνθρωπο με μεγάλη ενεργητικότητα. πέφτω (και) στη ~ (για κπ.), για απόλυτη αγάπη, εμπιστοσύνη, αφοσίωση. ~ και λαύρα*. (ως κατάρα) ~ να πέσει να σε κάψει. 4. (μτφ.) αστραπή, ακτινοβολία: Tα μάτια του πετούσαν φωτιές. 5. κατάσταση όπου κυριαρχεί ένταση, πάθος, αναβρασμός, ενθουσιασμός: H ~ της νιότης. Στη ~ της επανάστασης / της μάχης. ΦΡ ανάβω / βάζω ~, προκαλώ πάθη, δημιουργώ πρόβλημα. ρίχνω λάδι* στη ~. πέφτει ~ και τσεκούρι*. || μάχη: Πολεμιστές ψημένοι στη ~. 6. (παρωχ., ως παράγγελμα) πυρ! φωτίτσα η YΠΟKΟΡ. [μσν. φωτία `λάμψη΄ με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < φωτ- (φως) -ία > -ιά]

πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φωτιά οι φωτιές γενική της φωτιάς των φωτιών αιτιατική τη φωτιά τις φωτιές κλητική φωτιά φωτιές

[BelowArticle コンポーネント]