
ήλιος(太陽、日光、日差し、ヒマワリ・イーリオス、イリオス)
[BelowTitle コンポーネント]
ήλιος(イーリオス、イリオス)は「太陽、日光、日差し、ヒマワリ」という意味の男性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
ήλιος(イーリオス、イリオス)- 語源・由来
古代ギリシャ語の ἥλιος がそのまま現代ギリシャ語に継承されました。
「ヒマワリ」の意味は、太陽に似た形をしており、太陽の方を向くことから派生しました。
神話
Ήλιος(先頭大文字)はギリシャ神話の太陽神です。ティタン神族の一柱で、毎日太陽の戦車で東から西へ空を駆けるとされます。
語根 ἡλιο- / helio-
英語の helium(ヘリウム)は ἥλιος に由来します。1868年に太陽のスペクトル観測で初めて発見されたため、太陽にちなんで命名されました。現代ギリシャ語でも ήλιο と呼ばれます。
helio- で始まる英単語も ἥλιος に由来します:
- heliocentric(太陽中心の)
- heliograph(日光反射通信機)
- heliotrope(向日性植物)
ήλιος(イーリオス、イリオス)- 男性名詞
主な意味
- 太陽
- 日光、日差し
- ヒマワリ
読み方
イーリオス、イリオス
ラテン文字(ローマ字)表記
ilios
英語訳
- sun
- sunlight, sunshine
- sunflower
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | ήλιος | ήλιοι |
| 属格 | ήλιου ηλίου | ήλιων ηλίων |
| 対格 | ήλιο | ήλιους ηλίους |
| 呼格 | ήλιε | ήλιοι |
ήλιος(イーリオス、イリオス)- 用例
- H Γη στρέφεται γύρω από τον Ήλιο.
- 地球は太陽の周りを回る。
- The Earth revolves around the Sun.
- Έκλειψη ηλίου
- 日食
- solar eclipse
- Ανατολή / δύση ηλίου
- 日の出/日の入り
- sunrise / sunset
- Οι ακτίνες του ηλίου
- 太陽の光線
- the rays of the sun
- Βγήκε ο ήλιος.
- 太陽が出た。
- The sun came out.
- H χώρα του ανατέλλοντος ηλίου
- 日出ずる国(日本)
- the land of the rising sun (Japan)
日光・日差し
- Το σπίτι έχει πολύ ήλιο.
- 家には日当たりがよい。
- The house gets a lot of sun.
- Κάθεται με τις ώρες στον ήλιο.
- 何時間も日光浴をしている。
- Sitting in the sun for hours.
- Μ’ έκαψε ο ήλιος.
- 日焼けした。
- The sun burned me.
- Γυαλιά ηλίου
- サングラス
- sunglasses
慣用句
- Ήλιος με δόντια
- 歯のある太陽(冬の晴れた寒い日)
- sun with teeth (a sunny but freezing winter day)
- Δεν έχει στον ήλιο μοίρα.
- 太陽の下に分け前がない(頼れるものがない)
- has no share in the sun (has no support in life)
ヒマワリ
- Ο ήλιος στρέφεται προς τον ήλιο.
- ヒマワリは太陽の方を向く。
- The sunflower turns toward the sun.
ήλιος 1 ο [íos] Ο18 γεν. και ηλίου : 1α. φωτεινό ουράνιο σώμα που αποτελεί το κέντρο του πλανητικού συστήματος στο οποίο ανήκει και η γη: H Γη στρέφεται γύρω από τον άξονά της και γύρω από τον Ήλιο. Έκλειψη ηλίου. Kαυτός / λαμπερός / μεσημεριανός ~. Ο ~ ζεσταίνει / θερμαίνει / καίει / λάμπει. Ο ~ του μεσονυχτίου, φυσικό φαινόμενο των πολικών περιοχών. Aνατολή / δύση ηλίου. Οι ακτίνες του ήλιου. Bγήκε / βασίλεψε ο ~. H χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, η Iαπωνία. || η γραφική παράσταση του ήλιου. || (μτφ.) σε ένδειξη μεγαλοπρέπειας και μεγαλείου: Ο βασιλιάς Ήλιος, ο Λουδοβίκος IΔ’. β. (αστρον.) κάθε ουράνιο σώμα που αποτελεί το κέντρο ενός πλανητικού συστήματος. 2. η ακτινοβολία, το φως, η θερμότητα του ήλιου και το μέρος που το φωτίζει και το θερμαίνει ο ήλιος: Tο σπίτι έχει πολύ ήλιο / το λούζει ο ~. Kάθεται με τις ώρες στον ήλιο, για να μαυρίσει. M΄ έκαψε ο ~. Γυαλιά ηλίου. Tον ζάλισε ο ~. Πριν πέσει ο ~, πριν από τη δύση του. ΦΡ ~ με δόντια, για χειμωνιάτικη ηλιόλουστη αλλά παγερή μέρα. δεν έχει στον ήλιο μοίρα, δεν έχει κανένα στήριγμα, καμιά προστασία στη ζωή. μια θέση* στον ήλιο. ζει πίσω από τον ήλιο, απομονωμένος, μακριά από τον κόσμο. (λόγ.) ηλίου φαεινότερον*. (γνωμ.) ο ύπνος* τρέφει το παιδί κι ο ~ το μοσχάρι [αρχ. ἥλιος]
ήλιος 2 ο : το φυτό ηλίανθος. [< ήλιος 1, επειδή μοιάζει στο σχήμα και στρέφεται προς αυτόν]
[BelowArticle コンポーネント]