💥

πυρ(火、射撃、砲火、攻撃、非難・ピル)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

πυρ(ピル)は「火、射撃、砲火、攻撃、非難」という意味の中性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

πυρ(ピル)- 語源・由来

古代ギリシャ語 πῦρ「火」から直接継承。格式的な「火」の意味は古代から続いています。

軍事的意味(射撃、砲火)はフランス語 feu の意味を借用して発達しました(意味借用)。

πυρ- を含む複合語

古代ギリシャ語 πῦρ は現代ギリシャ語で複合語の接頭辞として生産的に使われます:

  • πυρκαγιά(火災)
    • πῦρ + καίω「燃やす」
  • πυροσβέστης(消防士)
    • πῦρ + σβέννυμι「消す」
  • πυροτέχνημα(花火)
    • πῦρ + τέχνη「技術」
  • πυρετός(熱、発熱)
  • πυρηνικός(核の)
    • πυρήν「核、種」から

英語への影響

英語でも pyro-(火の〜)として残っています:

  • pyre(火葬の薪)
  • pyrotechnics(花火、火工術)
  • pyromaniac(放火魔)

πυρ(ピル)- 中性名詞

主な意味

  • (格式)火
  • (軍事)射撃、砲火
  • (比喩)攻撃、非難

読み方

ピル

ラテン文字(ローマ字)表記

pyr

英語訳

  • fire (formal)
  • fire, gunfire (military)
  • attack, criticism (figurative)

語形変化

単数複数
主格πυρπυρά
属格πυρόςπυρών
対格πυρπυρά
呼格πυρπυρά

πυρ(ピル)- 用例

(格式)火

  • Υγρό πυρ.
  • ギリシア火(ビザンツ帝国の焼夷兵器)
  • Greek fire.
  • Γίνομαι πυρ και μανία.
  • 怒り狂う(直訳:火と狂気になる)
  • To become furious.
  • Ασφάλεια πυρός.
  • 火災保険
  • Fire insurance.
  • Διά πυρός και σιδήρου.
  • 火と剣によって(破壊と殺戮を伴って)
  • By fire and sword.

(軍事)射撃、砲火

  • Ανοίγω πυρ.
  • 砲火を開く
  • To open fire.
  • Πυρ!
  • 撃て!(号令)
  • Fire!
  • Παύσατε πυρ!
  • 撃ち方止め!(停戦の号令)
  • Cease fire!
  • Παίρνω το βάπτισμα του πυρός.
  • 火の洗礼を受ける(初陣を経験する)
  • To receive the baptism of fire.
  • Βρίσκεται μεταξύ δύο πυρών.
  • 二つの砲火の間にいる(板挟みになる)
  • To be caught between two fires.

(比喩)攻撃、非難

  • Η κυβέρνηση δέχτηκε στη βουλή τα πυρά της αντιπολίτευσης.
  • 政府は議会で野党からの攻撃を受けた
  • The government received the opposition’s fire in parliament.

πυρ το [pír] Ο γεν. πυρός, πληθ. πυρά, γεν. πυρών : 1. (λόγ.) η φωτιά: Yγρό* ~ ή ελληνικό(ν) ~. H Γη του Πυρός, ως γεωγραφική ονομασία. || Tο ~ το αιώνιο(ν) / το εξώτερο(ν), η Kόλαση. (έκφρ.) παραδίδω κτ. στο ~, το καίω ή επιτρέπω να το κάψουν. ΦΡ γίνομαι / είμαι ~ και μανία, θυμώνω πολύ. || (για πυρκαγιά ή εμπρησμό): Aσφάλεια πυρός, πυρασφάλεια. Aνίχνευση του πυρός, πυρανίχνευση. (έκφρ.) παρανάλωμα* του πυρός. ΦΡ ~ γυνή και θάλασσα*. διά πυρός και σιδήρου / αίματος, με καταστροφές και φόνους. 2α. βολή, συνήθ. ομαδική, με πυροβόλα όπλα: Aνοί γω ~, αρχίζω τις βολές. Bρίσκεται κάποιος μεταξύ δύο πυρών. || (στρατ.) ~ ελαφρών / βαρέων όπλων. Πυρά πεζικού / πυροβολικού / αεροπορίας. Πραγματικά / εικονικά πυρά. Συγκεντρωτικά πυρά. Διασταυρούμενα* πυρά και ως ΦΡ. Δύναμη / υπεροχή / σχέδιο / έλεγχος πυρός. H γραμμή του πυρός. (έκφρ.) καταιγιστικά* πυρά. φράγμα* πυρός. ΦΡ παίρνω το βάπτισμα* του πυρός. || (ως παράγγελμα): ~!, για έναρξη των βολών. Παύσατε ~!, για λήξη των βολών και με επέκταση για ανακωχή ή λήξη του πολέμου. β. (μτφ., συνήθ. πληθ.) επίθεση, ιδίως με λόγο προφορικό ή γραπτό: H κυβέρνηση δέχτηκε στη βουλή τα πυρά της αντιπολίτευσης. ΦΡ μεταξύ δύο πυρών, για κπ. που δέχεται επίθεση ταυτόχρονα από δύο πλευρές. [λόγ.: 1: αρχ. πῦρ· 2: σημδ. γαλλ. feu]

πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική το πυρ τα πυρά γενική του πυρός των πυρών αιτιατική το πυρ τα πυρά κλητική πυρ πυρά

[BelowArticle コンポーネント]