🌡️

πύρα(熱、放射熱、高ぶり、熱情・ピラ)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

πύρα(ピラ)は「熱、放射熱、高ぶり、熱情」という意味の女性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

πύρα(ピラ)- 語源・由来

中世ギリシャ語 πύρα に由来します。動詞 πυρώνω「熱する」からの逆成(αναδρομικός σχηματισμός)です。

πύρα(ピラ)- 女性名詞

主な意味

  • (口語)熱、放射熱
  • (文学)高ぶり、熱情

読み方

ピラ

ラテン文字(ローマ字)表記

pyra

英語訳

  • radiant heat
  • fervor, passion (literary)

語形変化

単数複数
主格πύραπύρες
属格πύρας
対格πύραπύρες
呼格πύραπύρες

πύρα(ピラ)- 用例

(放射)熱

  • H πύρα της φωτιάς.
  • 火の熱
  • The heat of the fire.
  • Κάτσε κοντά στο τζάκι για να σε φτάνει η πύρα.
  • 暖炉の熱が届くように近くに座って
  • Sit close to the fireplace so the heat reaches you.
  • H πύρα του καλοκαιριού.
  • 夏の暑さ
  • The heat of summer.

(文学)高ぶり、熱情

  • H πύρα της αγάπης.
  • 愛の熱情
  • The fervor of love.
  • H πύρα της καρδιάς.
  • 心の高ぶり
  • The passion of the heart.

πύρα η [píra] Ο25α : 1. (προφ.) θερμότητα που προέρχεται από ακτινοβολία: H ~ της φωτιάς / της σόμπας / του φούρνου. Kάτσε κοντά στο τζάκι για να σε φτάνει η ~. || ζέστη: H ~ του καλοκαιριού / του μεσημεριού. 2. (λογοτ.) α. έξαψη2: H ~ του προσώπου / του κορμιού. β. (ιδ. για συναίσθημα) ένταση: H ~ της αγάπης / του έρωτα / της χαράς / του πάθους. || H ~ της καρδιάς / της ψυχής / της νιότης. [μσν. πύρα < πυρ(ώνω) -α (αναδρ. σχημ.)]

πτώσεις ενικός πληθυντικός ονομαστική η πύρα οι πύρες γενική της πύρας — αιτιατική την πύρα τις πύρες κλητική πύρα πύρες

[BelowArticle コンポーネント]