
πύρα(熱、放射熱、高ぶり、熱情・ピラ)
[BelowTitle コンポーネント]
πύρα(ピラ)は「熱、放射熱、高ぶり、熱情」という意味の女性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
πύρα(ピラ)- 語源・由来
中世ギリシャ語 πύρα に由来します。動詞 πυρώνω「熱する」からの逆成(αναδρομικός σχηματισμός)です。
πύρα(ピラ)- 女性名詞
主な意味
- (口語)熱、放射熱
- (文学)高ぶり、熱情
読み方
ピラ
ラテン文字(ローマ字)表記
pyra
英語訳
- radiant heat
- fervor, passion (literary)
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | πύρα | πύρες |
| 属格 | πύρας | — |
| 対格 | πύρα | πύρες |
| 呼格 | πύρα | πύρες |
πύρα(ピラ)- 用例
(放射)熱
- H πύρα της φωτιάς.
- 火の熱
- The heat of the fire.
- Κάτσε κοντά στο τζάκι για να σε φτάνει η πύρα.
- 暖炉の熱が届くように近くに座って
- Sit close to the fireplace so the heat reaches you.
- H πύρα του καλοκαιριού.
- 夏の暑さ
- The heat of summer.
(文学)高ぶり、熱情
- H πύρα της αγάπης.
- 愛の熱情
- The fervor of love.
- H πύρα της καρδιάς.
- 心の高ぶり
- The passion of the heart.
πύρα η [píra] Ο25α : 1. (προφ.) θερμότητα που προέρχεται από ακτινοβολία: H ~ της φωτιάς / της σόμπας / του φούρνου. Kάτσε κοντά στο τζάκι για να σε φτάνει η ~. || ζέστη: H ~ του καλοκαιριού / του μεσημεριού. 2. (λογοτ.) α. έξαψη2: H ~ του προσώπου / του κορμιού. β. (ιδ. για συναίσθημα) ένταση: H ~ της αγάπης / του έρωτα / της χαράς / του πάθους. || H ~ της καρδιάς / της ψυχής / της νιότης. [μσν. πύρα < πυρ(ώνω) -α (αναδρ. σχημ.)]
πτώσεις ενικός πληθυντικός ονομαστική η πύρα οι πύρες γενική της πύρας — αιτιατική την πύρα τις πύρες κλητική πύρα πύρες
[BelowArticle コンポーネント]