
πυρά(火・ピラー、ピラ)
公開:
[BelowTitle コンポーネント]
πυρά(ピラー、ピラ)は「火」という意味の女性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
πυρά(ピラー、ピラ)- 語源・由来
古代ギリシャ語 πυρά「焼き供物のための祭壇」に由来します。ヘレニズム期に「火をつける材料」の意味に発達し、現代では格式的な「火」を表します。
- 古代ギリシャ語 πυρά「焼き供物のための祭壇」
- ヘレニズム期ギリシャ語「火をつける材料」
- 現代ギリシャ語(格式)「火」
フランス語 feu からの意味借用もあります。
πυρά と πύρα
同じ綴りでアクセント位置が異なる別語:
| 語 | 発音 | 意味 |
|---|---|---|
| πυρά | [pirá] | (格式)火 |
| πύρα | [píra] | (口語)熱、放射熱 |
πυρά(ピラー、ピラ)- 女性名詞
主な意味
- (格式)火
読み方
ピラー、ピラ
ラテン文字(ローマ字)表記
pyra
英語訳
- fire (formal)
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | πυρά | πυρές |
| 属格 | πυράς | πυρών |
| 対格 | πυρά | πυρές |
| 呼格 | πυρά | πυρές |
πυρά(ピラー、ピラ)- 用例
(格式)火
- Θάνατος επί της πυράς.
- 火刑(火あぶりによる死)
- Death on the pyre.
- Θάνατος διά πυράς.
- 火刑
- Death by fire.
- Η πυρά του βωμού.
- 祭壇の火
- The fire of the altar.
- Η πυρά της εστίας.
- 炉火、かまどの火
- The fire of the hearth.
- Εργοστάσιο συνεχούς πυράς.
- 連続操業工場(機械が休みなく稼働する)
- Continuous-fire factory.
πυρά η [pirá] Ο24 : (λόγ.) η φωτιά: Θάνατος επί της / διά πυράς. H ~ του βωμού / της εστίας. Εργοστάσιο συνεχούς πυράς, που οι μηχανές του λειτουργούν χωρίς διακοπή.
[λόγ. < αρχ. πυρά βωμός για έμπυρες θυσίες΄ (ελνστ. σημ.: υλικό για φωτιά΄) σημδ. γαλλ. feu]
↓ πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η πυρά οι πυρές
γενική της πυράς των πυρών
αιτιατική την πυρά τις πυρές
κλητική πυρά πυρές
[BelowArticle コンポーネント]