🏛️

πυραμίδα(角錐、ピラミッド、ピラミッド構造、階層・ピラミダ、ピラミーダ)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)は「角錐、ピラミッド、ピラミッド構造、階層」という意味の女性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)- 語源・由来

古代ギリシャ語 πυραμίς(対格 πυραμίδα)に由来します。

幾何学・建築の意味は古代から直接継承されました。

グラフ・階層構造の比喩的意味は、英語 pyramid の意味を借用して発達しました(意味借用)。

  • 古代ギリシャ語 πυραμίς(対格 πυραμίδα)
    • ラテン語 pyramis
      • 英語 pyramid(比喩的意味に影響)
    • 現代ギリシャ語 πυραμίδα

語源の謎

古代ギリシャ語 πυραμίς の語源は不明です。πῦρ「火」や πυρός「小麦」との関連が提案されてきましたが、確証はありません。エジプト語からの借用説もあります。

πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)- 女性名詞

主な意味

  • 角錐、ピラミッド
  • (比喩)ピラミッド構造、階層

読み方

ピラミダ、ピラミーダ

ラテン文字(ローマ字)表記

pyramida

英語訳

  • pyramid
  • hierarchy (figurative)

語形変化

単数複数
主格πυραμίδαπυραμίδες
属格πυραμίδαςπυραμίδων
対格πυραμίδαπυραμίδες
呼格πυραμίδαπυραμίδες

πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)- 用例

幾何学の角錐

  • Ύψος της πυραμίδας.
  • ピラミッドの高さ
  • Height of the pyramid.
  • Κανονική πυραμίδα.
  • 正角錐
  • Regular pyramid.

建築物としてのピラミッド

  • Αιγυπτιακές πυραμίδες.
  • エジプトのピラミッド
  • Egyptian pyramids.
  • Η πυραμίδα του Χέοπα.
  • クフ王のピラミッド
  • The Pyramid of Cheops.
  • Οι πυραμίδες των Μάγια.
  • マヤのピラミッド
  • The Mayan pyramids.

ピラミッド形のもの

  • Μία πυραμίδα από βιβλία.
  • 本のピラミッド(積み重なった本)
  • A pyramid of books.
  • Οι ακροβάτες σχημάτισαν ανθρώπινη πυραμίδα.
  • アクロバットたちは人間ピラミッドを作った
  • The acrobats formed a human pyramid.

グラフ・図表

  • Η πυραμίδα του πληθυσμού.
  • 人口ピラミッド
  • The population pyramid.

比喩:階層構造

  • Η κοινωνική πυραμίδα.
  • 社会のピラミッド(社会階層)
  • The social pyramid.
  • Η κομματική πυραμίδα.
  • 党のピラミッド(党組織の階層)
  • The party pyramid.

πυραμίδα η [piramíδa] Ο26 : 1. (μαθημ.) γεωμετρικό σώμα με τριγωνική, τετράπλευρη ή πολυγωνική βάση και τριγωνικές πλευρές που καταλήγουν σε μία κοινή κορυφή: Aκμές / διαστάσεις / ύψος / εμβαδόν / όγκος της πυραμίδας. Kανονική ~, που η βάση της είναι κανονικό τρίγωνο, τετράγωνο ή πολύγωνο στο κέντρο του οποίου καταλήγει το ύψος. Kόλου ρη ~, που καταλήγει σε επίπεδο όμοιο και παράλληλο με εκείνο της βάσης. 2α. (συνήθ. αρχαιολ.) οικοδόμημα που έχει σχήμα πυραμίδας: Kατα σκευή της πυραμίδας. Aιγυπτιακές πυραμίδες / οι πυραμίδες της Aιγύπτου, ταφικά μνημεία των Φαραώ στην αρχαία Aίγυπτο. H ~ του Xέοπα / του Xεφρήνου / του Mυκερίνου. Οι πυραμίδες των Mάγια. || Στην αυλή του μουσείου του Λούβρου κατασκευάστηκε μια γυάλινη ~. β. οτιδήπο τε, συνήθ. σύνολο όμοιων πραγμάτων, έχει πλατιά βάση και λεπτή κορυ φή, έτσι ώστε να μοιάζει με πυραμίδα: Mία ~ από βιβλία. Οι ακροβάτες σχημάτισαν ανθρώπινη ~. || (ανατ.) κάθε σχηματισμός στο ανθρώπινο σώμα που θυμίζει πυραμίδα: Nεφρικές πυραμίδες. Πυραμίδες του εγκεφάλου. 3α. γραφική παράσταση της δομής ενός συνόλου, τα τμήματα του οποίου απεικονίζονται με τη σειρά το ένα πάνω στο άλλο: H ~ του πληθυσμού, που δείχνει την εξέλιξή του από άποψη φύλου, ηλικίας, επαγγέλματος κτλ. β. (μτφ.) για ανθρώπινο σύνολο ιεραρχικά οργανωμένο: H κοινωνική / πνευματική / κομματική ~. [λόγ.: 1, 2: αρχ. πυραμίς, αιτ. -ίδα· 3: σημδ. αγγλ. pyramid < λατ. pyramis < αρχ. πυραμίς]

↓ πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η πυραμίδα οι πυραμίδες γενική της πυραμίδας των πυραμίδων αιτιατική την πυραμίδα τις πυραμίδες κλητική πυραμίδα πυραμίδες

[BelowArticle コンポーネント]