
πυραμίδα(角錐、ピラミッド、ピラミッド構造、階層・ピラミダ、ピラミーダ)
[BelowTitle コンポーネント]
πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)は「角錐、ピラミッド、ピラミッド構造、階層」という意味の女性名詞です。
[BelowToc コンポーネント]
πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)- 語源・由来
古代ギリシャ語 πυραμίς(対格 πυραμίδα)に由来します。
幾何学・建築の意味は古代から直接継承されました。
グラフ・階層構造の比喩的意味は、英語 pyramid の意味を借用して発達しました(意味借用)。
- 古代ギリシャ語 πυραμίς(対格 πυραμίδα)
- ラテン語 pyramis
- 英語 pyramid(比喩的意味に影響)
- 現代ギリシャ語 πυραμίδα
- ラテン語 pyramis
語源の謎
古代ギリシャ語 πυραμίς の語源は不明です。πῦρ「火」や πυρός「小麦」との関連が提案されてきましたが、確証はありません。エジプト語からの借用説もあります。
πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)- 女性名詞
主な意味
- 角錐、ピラミッド
- (比喩)ピラミッド構造、階層
読み方
ピラミダ、ピラミーダ
ラテン文字(ローマ字)表記
pyramida
英語訳
- pyramid
- hierarchy (figurative)
語形変化
| 格 | 単数 | 複数 |
|---|---|---|
| 主格 | πυραμίδα | πυραμίδες |
| 属格 | πυραμίδας | πυραμίδων |
| 対格 | πυραμίδα | πυραμίδες |
| 呼格 | πυραμίδα | πυραμίδες |
πυραμίδα(ピラミダ、ピラミーダ)- 用例
幾何学の角錐
- Ύψος της πυραμίδας.
- ピラミッドの高さ
- Height of the pyramid.
- Κανονική πυραμίδα.
- 正角錐
- Regular pyramid.
建築物としてのピラミッド
- Αιγυπτιακές πυραμίδες.
- エジプトのピラミッド
- Egyptian pyramids.
- Η πυραμίδα του Χέοπα.
- クフ王のピラミッド
- The Pyramid of Cheops.
- Οι πυραμίδες των Μάγια.
- マヤのピラミッド
- The Mayan pyramids.
ピラミッド形のもの
- Μία πυραμίδα από βιβλία.
- 本のピラミッド(積み重なった本)
- A pyramid of books.
- Οι ακροβάτες σχημάτισαν ανθρώπινη πυραμίδα.
- アクロバットたちは人間ピラミッドを作った
- The acrobats formed a human pyramid.
グラフ・図表
- Η πυραμίδα του πληθυσμού.
- 人口ピラミッド
- The population pyramid.
比喩:階層構造
- Η κοινωνική πυραμίδα.
- 社会のピラミッド(社会階層)
- The social pyramid.
- Η κομματική πυραμίδα.
- 党のピラミッド(党組織の階層)
- The party pyramid.
πυραμίδα η [piramíδa] Ο26 : 1. (μαθημ.) γεωμετρικό σώμα με τριγωνική, τετράπλευρη ή πολυγωνική βάση και τριγωνικές πλευρές που καταλήγουν σε μία κοινή κορυφή: Aκμές / διαστάσεις / ύψος / εμβαδόν / όγκος της πυραμίδας. Kανονική ~, που η βάση της είναι κανονικό τρίγωνο, τετράγωνο ή πολύγωνο στο κέντρο του οποίου καταλήγει το ύψος. Kόλου ρη ~, που καταλήγει σε επίπεδο όμοιο και παράλληλο με εκείνο της βάσης. 2α. (συνήθ. αρχαιολ.) οικοδόμημα που έχει σχήμα πυραμίδας: Kατα σκευή της πυραμίδας. Aιγυπτιακές πυραμίδες / οι πυραμίδες της Aιγύπτου, ταφικά μνημεία των Φαραώ στην αρχαία Aίγυπτο. H ~ του Xέοπα / του Xεφρήνου / του Mυκερίνου. Οι πυραμίδες των Mάγια. || Στην αυλή του μουσείου του Λούβρου κατασκευάστηκε μια γυάλινη ~. β. οτιδήπο τε, συνήθ. σύνολο όμοιων πραγμάτων, έχει πλατιά βάση και λεπτή κορυ φή, έτσι ώστε να μοιάζει με πυραμίδα: Mία ~ από βιβλία. Οι ακροβάτες σχημάτισαν ανθρώπινη ~. || (ανατ.) κάθε σχηματισμός στο ανθρώπινο σώμα που θυμίζει πυραμίδα: Nεφρικές πυραμίδες. Πυραμίδες του εγκεφάλου. 3α. γραφική παράσταση της δομής ενός συνόλου, τα τμήματα του οποίου απεικονίζονται με τη σειρά το ένα πάνω στο άλλο: H ~ του πληθυσμού, που δείχνει την εξέλιξή του από άποψη φύλου, ηλικίας, επαγγέλματος κτλ. β. (μτφ.) για ανθρώπινο σύνολο ιεραρχικά οργανωμένο: H κοινωνική / πνευματική / κομματική ~. [λόγ.: 1, 2: αρχ. πυραμίς, αιτ. -ίδα· 3: σημδ. αγγλ. pyramid < λατ. pyramis < αρχ. πυραμίς]
↓ πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική η πυραμίδα οι πυραμίδες
γενική της πυραμίδας των πυραμίδων
αιτιατική την πυραμίδα τις πυραμίδες
κλητική πυραμίδα πυραμίδες
[BelowArticle コンポーネント]