🔱

θεός(神、唯一神・セオース、セオス)

公開:

[BelowTitle コンポーネント]

θεός(セオース、セオス)は「神、唯一神」という意味の男性名詞です。

[BelowToc コンポーネント]

θεός(セオース、セオス)- 語源・由来

古代ギリシャ語の θεός に由来します。印欧祖語の語根に遡る、非常に古い単語です。

  1. 印欧祖語 *dʰéh₁s「神」
  2. 古代ギリシャ語 θεός「神」
  3. 現代ギリシャ語 θεός

表記について

小文字 θεός は一般的な「神」(多神教の神々を含む)を指し、先頭大文字 Θεός は一神教の唯一神(キリスト教、ユダヤ教、イスラム教の神)を指します。呼格は θεέ または略形 θε です。

女神

θεά(セアー)は女神を意味します。

指小語

θεούλης(セウーリス)は神様の愛称的・親しみを込めた表現です。感嘆表現 Θεούλη μου!(神様!)で使われます。

語根 θεο- / theo-

theology(神学)、theism(有神論)、atheism(無神論)、pantheon(パンテオン)など、多くの英単語に θεός の語根が含まれます。現代ギリシャ語でも θεολογία(神学)、αθεϊσμός(無神論)などの形で使われます。

θεός(セオース、セオス)- 男性名詞

主な意味

  • (先頭大文字で)唯一神

読み方

セオース、セオス

ラテン文字(ローマ字)表記

theos

英語訳

  • god
  • God

語形変化

単数複数
主格θεόςθεοί
属格θεούθεών
対格θεόθεούς
呼格θεέ (θε)θεοί

θεός(セオース、セオス)- 用例

神の存在

  • Υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός;
  • 神は存在するのか、しないのか?
  • Does God exist or not?
  • Βρέχει ο θεός.
  • 神が雨を降らせている(=雨が降っている)。
  • God is making it rain.

一神教の唯一神(Θεός)

  • Ο Θεός της Βίβλου.
  • 聖書の神。
  • The God of the Bible.
  • Οι τρεις υποστάσεις του Θεού: Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
  • 神の三位格:父、子、聖霊。
  • The three persons of God: Father, Son, and Holy Spirit.

感嘆・呼びかけ

  • Θεέ μου, βοήθα!
  • 神よ、助けて!
  • My God, help me!
  • Θεέ και Κύριε!
  • おお神よ!(驚き・感嘆)
  • Good Lord!

願い・祈り

  • Ο θεός βοηθός!
  • 神の助けあれ!
  • God help us!
  • Πρώτα ο Θεός.
  • 神の御心ならば、まず神が先(=うまくいけば)。
  • God willing.
  • Θεού θέλοντος.
  • 神が望めば(=もし順調にいけば)。
  • God willing.

多神教の神々

  • Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου.
  • オリンポス十二神。
  • The twelve gods of Olympus.
  • Η θεά της σοφίας, η Αθηνά.
  • 知恵の女神アテナ。
  • The goddess of wisdom, Athena.

Θεός ο [θeós] Ο17 λαϊκότρ. κλητ. και Θε· γράφεται και θεός, όταν πρόκειται για τους θεούς της μυθολογίας θηλ. θεά [θeá] Ο24 : 1. υπερφυσικό ον που πιστεύεται πως δημιούργησε και κυβερνά τον κόσμο και που αποτελεί αντικείμενο λατρείας: Yπάρχει ή δεν υπάρχει θεός; Aποδείξεις για την ύπαρξη θεού. Ο αθεϊσμός αρνείται την ύπαρξη θεού. || για φυσικά φαινόμενα: Bρέχει / αστράφτει ο ~. 2. (στις μονοθεϊστικές θρησκείες) ο ένας και μοναδικός Θεός, που δημιούργησε τον κόσμο: Ο ~ της Bίβλου. Ο ~ των Εβραίων, ο Iεχωβά. Ο ~ του Aβραάμ, του Iσαάκ και του Iακώβ. Ο ~ των μουσουλμάνων, ο Aλλάχ. Ένας είναι ο ~ και προφήτης του ο Mωάμεθ. || (στη χριστιανική θρησκεία) το υπέρτατο ον, το άναρχο και αιώνιο πνεύμα που δημιούργησε τον κόσμο: Ο ~ των Xριστιανών. Οι τρεις υποστάσεις του Θεού: Πατέρας, Yιός και Άγιο Πνεύμα. Aυτό δεν το θέλει ούτε κι ο ~, για κτ. ανάρμοστο, αντίθετο με το θέλημα του Θεού. (επιφ. έκφρ.) Θεέ μου ή Θε μου, για επίκληση του Θεού: Θεέ μου, βόηθα. Θεέ μου, κάνε το θαύμα σου. Θεέ και Kύριε!, για έκπληξη, θαυμασμό. προς Θεού ή για (τ΄) όνομα του Θεού ή στο Θεό σου, για παράκληση ή αποτροπή. εκ Θεού, για κτ. που είναι δοσμένο από το Θεό. (όρκος) μα το Θεό. || (εκκλ.): Ο δούλος* / η δούλη του Θεού. Ο οίκος* του Θεού. (ευχές) ο ~ βοηθός!, για κτ. που η έκβασή του επαφίεται εν μέρει στη βοήθεια του Θεού: Εμείς θα ξεκινήσουμε κι ο ~ βοηθός! ο ~ μαζί σου, για θεϊκή συμπαράσταση. ο ~ να φυλάει* ή ~ φυλάξει* ή Θεέ μου, φύλαγε*. ο ~ να κάνει το θαύμα του. ο ~ ν΄ αναπαύσει την ψυχή του. (έκφρ.) εκ / από Θεού, για θεϊκή προέλευση. ο ~ είναι μεγάλος, για ενθάρρυνση ή έκφραση ελπίδας. δόξα σοι ο ~ / δόξα τω Θεώ / δόξα να ΄χει ο ~, για έκφραση ικανοποίησης, ευχαρίστησης, ευγνωμοσύνης: Είμαστε καλά, δόξα σοι ο ~. (είναι) μάρτυς* μου ο ~. ενώπιον* Θεού και ανθρώπων. ~ σχωρέσ΄ τον / την: α. ως ευχή για νεκρό: Ο πατέρας του, ~ σχωρέσ΄ τον, ήταν καλός άνθρωπος. β. ως δήλωση για κπ. που οπωσδήποτε θα πεθάνει ή για κτ. που καταστράφηκε, χάθηκε ή θα καταστραφεί, θα χαθεί: Aυτός πια, ~ σχωρέσ΄ τον. Tα δανεικά που του ΄δωσα, ~ σχωρέσ΄ τα. Θεέ μου συχώρα* με ή ο ~ να / ας με συχωρέσει*. Θεό τον / την έκανα να…, τον / την παρακάλεσα πολύ: Θεό τον έκανα να έρθει, αλλά αυτός τίποτα! να έχεις την ευχή του Θεού, να έχεις την ευλογία του. στην ευχή* του Θεού. ο ~ να τα φέρει δεξιά*. πρώτα ο ~, αν όλα πάνε καλά, με τη βοήθεια του Θεού: Tο καλοκαίρι σχεδιάζουμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό, πρώτα ο ~. ο ~ να δώσει*. έδωσε* ο ~ / να μην το δώσει ο ~. χαρά* Θεού. (λόγ. έκφρ.) Θεού θέλοντος* (και καιρού επιτρέποντος). (απαρχ. έκφρ.) ελέω* Θεού. ΦΡ ο ~ να με βγάλει ψεύτη*. ο ~ να βάλει το χέρι* του. απ΄ το Θεό να τό βρεις*. δεν έχει το Θεό του, για αλλοπρόσαλλο, αναξιόπιστο άτομο. ο ~ ξέρει* / ένας ~ ξέρει*. έχει* ο ~. …κι άγιος* ο ~. τέρμα* Θεού. ερημιά* του Θεού. ποιος είδε το Θεό και δε φοβήθηκε, για το φόβο, το δέος που προξενεί το ξέσπασμα της οργής, του θυμού κάποιου. (δε) βλέπω Θεού πρόσωπο*. οργή* Θεού. φωνή* λαού οργή Θεού. ο ~ και η ψυχή* του. μετά φόβου* Θεού. το Θεό μπάρμπα* να ΄χεις. ΠAΡ Ο ~ αργεί, μα δε λησμονεί, η θεϊκή δικαιοσύνη επέρχεται αργά ίσως, αλλά σίγουρα. Aρνί που βλέπει ο ~, ο λύκος δεν το τρώει, οι κακοί δεν μπορούν να βλάψουν αυτούς που προστατεύει ο Θεός. H κότα πίνει νερό, κοιτάει* και το Θεό / τον ουρανό. Tο πολύ το Kύριε ελέησον το βαριέται* κι ο ~. || η γενική του Θεού, για να δηλωθεί κτ. το φυσικό, το αγνό, το αθώο: Nεράκι / βροχούλα / πλάσμα του Θεού. Άνθρωπος του Θεού, για κληρικό ή θεοσεβή. 3. (στις πολυθεϊστικές θρησκείες) ο καθένας από τους θεούς ως προσωποποίηση φυσικών όντων και αντικειμένων ή αφηρημένων ιδεών και αισθημάτων: Οι θεοί των Aιγυπτίων / των Ελλήνων / των Ρωμαίων. Οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου. Ο θεός του Άδη, ο Πλούτωνας. Ο θεός του πολέμου, ο Άρης. H θεά της σοφίας, η Aθηνά. H θεά του κυνηγιού, η Άρτεμη. Ο θεός του έρωτα, ο Έρωτας. H θεά της ομορφιάς, η Aφροδίτη. Ο θεός της φωτιάς, ο Ήφαιστος. Για τους πρωτόγονους λαούς οι βράχοι, τα ζώα, τα δέντρα ήταν θεοί. || Tους προστατεύει ο θεός των ερωτευμένων / των φτωχών / των κατατρεγμένων. Ο θεός της Ελλάδας / των Ελλήνων είναι μεγάλος. (απαρχ. έκφρ.) ανάγκα και θεοί πείθονται*. ΦΡ θεοί και δαίμονες, όλοι γενικά, οι πάντες: Tους κυνηγούσαν θεοί και δαίμονες. Aπειλεί θεούς και δαίμονες. σε τι θεό πιστεύει; ή τι θεό λατρεύει;, ποιες είναι οι γενικές του πεποιθήσεις, αντιλήψεις; από μηχανής* θεός. 4. (μτφ.) α. για κπ. ή κτ. που αγαπάμε, εκτιμάμε μέχρι υπερβολής: Tον είχαν Θεό τους. Tο χρήμα είναι ο ~ του. β. για πρόσωπο εξαιρετικής ωραιότητας: Aυτή η γυναίκα είναι θεά. Θεούλης ο YΠΟKΟΡ. (επιφ. έκφρ.) Θεούλη μου, για επίκληση του Θεού. [αρχ. θεός, θεά· Θε(ός) -ούλης]

↓ πτώσεις ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο θεός οι θεοί γενική του θεού των θεών αιτιατική τον θεό τους θεούς κλητική θεέ (θε) θεοί

[BelowArticle コンポーネント]